Ήταν το 1982. Η Οπισθοδρομική Κομπανία είχε βγάλει τον πρώτο της δίσκο «Στης Ξανθής, στο Αιγινήτειο και στο Αρματαγωγό Κως», μιά παραγωγή του Διονύση Σαββόπουλου. Η επιτυχία που είχε η Κομπανία αδισκογράφητη πολλαπλασιάζεται. Ο Αλέκος Πατσιφάς, ο εμπνευσμένος ιδιοκτήτης της Λύρα, με φωνάζει στο γραφείο του και μου παραγγέλνει δίσκους. –Κύριε Αλέκο εγώ γνωρίζω μόνο τα παιδιά της Κομπανίας. Δεν έχω απλωθεί πιό πέρα. Επιμένει. Ναί, με τα παιδιά της Κομπανίας! Με βάζει στη δουλειά. Συμφωνούμε να του κάνω τρεις δίσκους – πορτραίτα. Ελευθερία Αρβανιτάκη, Γιάννης Εμμανουηλίδης, Θοδωρής Παπαδόπουλος. Ο Πατσιφάς όμως στον ύπνο του δραπετεύει από τον μάταιο αυτόν κόσμο και το νέο καθεστώς στην Λύρα, περιορίζει τους τρεις δίσκους, στον εξής έναν: Ελευθερία Αρβανιτάκη!  

Για την Ελευθερία υπάρχει άφθονο υλικό από το ρεπερτόριο της Κομπανίας αλλά είναι μια ευκαιρία, να δοκιμάσω και πράγματα που φαντάζομαι ,για να φωτίσω το σκηνικό του μέλλοντος της . Είναι επίσης μια μοναδική ευκαιρία, να διευρύνω τα ηχοχρώματα της μπάντας. Να ξεπεράσω το «ταμπού» της κομπανίας, που είναι οι επανεκτελέσεις στο στούντιο. Θέλω να κάνω μιά νέα ηχητική ανάγνωση στα τραγούδια. Η θεατρική μου εμπειρία με γαργαλάει να «σκηνοθετήσω» τον δίσκο.  

Το ’83 μετά την κυκλοφορία του δεύτερου δίσκου «Μια νύχτα με την Οπισθοδρομική», ξαναμπαίνω στο στούντιο Polysound. Η βάση της ορχήστρας είναι η κομπανία αλλά καλώ και έκτακτους συνεργάτες. Σολίστες. Βασίλης Σαλέας, Φίλιππος Τσεμπερούλης, Δημήτρης Ζαφειρέλης, Αλέκος Χρηστίδης, Χρήστος Ζέρβας.  

Επισκέπτομαι τον Ross Daly για να παίξει και να μου διευκρινίσει τι όργανο σολάρει στην πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού «Το κορίτσι απόψε θέλει». Πολίτικη λύρα μου λέει. Θα βρώ. Δεν βρίσκει και φέρνει ένα Γιαλί Ταμπούρ. Θα κάνουμε δουλειά. Φέρνει και ένα ινδικό έγχορδο, το Sarangi και το παίζει με δοξάρι στο «Καρδιά μου καημένη». Προσθέτω και καμπάνες και το τοπίο γίνεται παραμυθένιο. Στα τραγούδια προστίθεται ένα εξωτικό ηχόχρωμα, άγνωστο για την εποχή. Αργότερα θα το βαφτίσουν Ethnic…  

Κι ενώ έχω αρχίσει ηχογραφήσεις την πρώτη Απριλίου του 83 η ομάδα του 114 της Θεσσαλονίκης οργανώνει μια μεγάλη συναυλία στο Παλαί ντε Σπορ με τίτλο «20 χρόνια μετά…» υπότιτλος «Εκδήλωση της γενιάς του 114 και του 15%». 114 ονομάστηκε to φοιτητικό κίνημα από το τελευταίο άρθρο του Συντάγματος που λέει ότι η τήρηση του επαφίεται στον πατριωτισμό του Έλληνα και το 15% ήταν η ανάγκαιότητα και ο αγώνας για τον εξυγχρονισμό της παιδείας και της κοινωνίας. Αυτή η ομάδα ήταν του 60 οι εκδρομείς ,οι συνοδοιπόροι του Σαββόπουλου. Τιμώμενο πρόσωπο βέβαια, ο Διονύσης Σαββόπουλος που γιορτάζει κι αυτός 20 χρόνια από την κάθοδό του στην Αθήνα.  

Ο Σαββόπουλος καλεί και την Οπισθοδρομική Κομπανία. Όχι τη δεκαμελή σύνθεση που ήταν τότε, αλλά την πενταμελή που είχε συνεργαστεί μαζί του στον Σκορπιό στην Πλάκα. Αρβανιτάκη , Εξαρχάκος , Εμμανουηλίδης , Στρατηγόπουλος, Σφακιανάκης. Το Παλαί ντε Σπορ ήταν κατάμεστο. Sold Out που λένε τώρα! Εκτέλεση της παραγωγης έκανε ο Στέλιος Ελληνιάδης, ο Νίκος Θεοδωράκης και τα παιδιά από το Ντέφι. Ηχολήπτης ήταν ο βετεράνος Γιάννης Σμυρναίος που παλεύει με την ηχητική δυστοπία του χώρου.  

Ο παλμός της συναυλίας είναι αξέχαστος! Στο τραγούδι «Είδα την Άννα κάποτε» ο Διονύσης για πρώτη φορά χορεύει με την Άσπα επί σκηνής βαλς και το πλήθος χειροκροτεί συγκινητικά.  

Γίνεται και το ευτράπελο με την ανθοδέσμη για να μην ξεχνιέται εύκολα εκείνη η βραδιά.*  

Μετά την συναυλία οι διοργανωτές, μας δεξιώνουν σε μια ταβέρνα πίσω από το Καυτατζόγλειο που πήγαινε τακτικά όπως θυμάται ο Μπάμπης Καλλιπολίτης.  

Είναι ήδη αργά. Η ταβέρνα είναι άδεια και μας περιμένουν. Το στρώσιμο είναι ένα μεγάλο παραλληλόγραμμο και καθόμαστε περιμετρικά από την έξω πλευρά, έτσι που όλοι βλεπουν όλους. Μετά το φαγοπότι η κομπανία που βράζει το αίμα της, θέλει να παίξει, αλλά τα όργανα έχουν σταλεί στο ξενοδοχείο. Ξεκινάμε λοιπόν acapella… «Χαράματα η ώρα τρεις», «Έμαθα πολλά μικρό μου» και ακολουθούν κιάλλα ομαδικά άσματα . Το κέφι και η οινοποσία κοκκινίζει μάγουλα. Οι μεγάλοι σιγά σιγά αποχωρούν Το ένα τραγούδι φέρνει το άλλο όσο μεγαλώνουνε οι ώρες. Το δείπνο γίνεται γλέντι. Οι διοργανωτές γκρινιάζουν να τελειώνουμε υπενθυμίζοντας μας το αυριανό ταξιδιωτικό πρόγραμμα.  

Ο Νίκος Παπάζογλου που μετά την συναυλία μας έχει ακολουθήσει ξεκινάει ένα άγνωστο σε μας τραγούδι. «Θα σπάσω κούπες για τα λόγια που’ πες». Η ομάδα συνοδεύει με αυτοσχέδια κρουστά. Ποτηράκια ,κουταλάκια, μαχαίρια, πυρούνια, τραπέζια γίνανε όλα όργανα μουσικά. Σε αυτόν τον νοσταλγικό ομαδικό ρυθμό σηκώθηκε η Ελευθερία και χορεύει ένα αργό τσιφτετέλι. Ο Νίκος σηκώνεται από την καρέκλα του και συνεχίζει το τραγούδισμα πλησιάζοντας την Ελευθερία . Όρθιοι και οι δυό στο κέντρο της ταβέρνας. Η Θεσσαλονίκη απαντά στην Αθήνα με το δικό της δώρο. Ένα Σμυρνέικο τραγούδι. Ο Νίκος μας καληνυχτίζει και σφραγίζει με το τραγούδισμά του την ομορφιά της βραδιάς. Ο Νίκος ήταν για μας, η λάμπα θυέλλης που μας έδειξε δρόμους και διαβήκαμε τις γέφυρες που έχτισε. Ήταν ο μεγάλος μας αδελφός.  

Την επομένη μιλάμε με την Ελευθερία. Το τραγούδι της αρέσει πολύ. Ο Νίκος δεν σκέφτεται να το κάνει κάτι. Το δώρο που μας έκανε πρέπει να το αξιοποιήσουμε. Παίρνω τηλέφωνα και το ψάχνω από τους φίλους συλλέκτες. Ο Παναγιώτης Κουνάδης μου δίνει δύο εκτελέσεις της Παπαγκίκα και του Μενεμενλή με τον Τσανάκα. Ο Σπύρος Παπαιωάννου μου δίνει την εκτέλεση του Καρίπη. Βιβλικές ερμηνείες. Ένα Σμυρνέικο που μαρτυράει την αγαστή συμβίωση των δύο λαών. Ένα Μικρασιάτικο τσιφτετέλι που ξέφυγε από τους «Indiana Jones» της εποχής και καταχωρήθηκε στο ρεπερτόριο της Ελευθερίας.  

Στο στούντιο η μισή κομπανία στα μικρόφωνα . Η Ιωάννα Άντριους ούτι, ο Βασίλης Γιαννίσης βιολί, ο Αντρέας Φλωράκης κοντραμπάσο, Άγγελος Σφακιανάκης τουμπελέκι. Ο Γιαννίσης το έπαιζε στα πανηγύρια σε άλλη εκτέλεση κι αυτό είναι πολύ χρήσιμο.  

Κάνω μάθημα κοπτοραπτικής και προκύπτει η εκτέλεση που καθιερώθηκε. Έρχεται και η Ελευθερία και το πατρόν της πάει τέλεια. Το παίζουμε όλοι μαζί σαν τον παλιό καλό καιρό . Μας ηχογραφεί στο Polysound ο Γαβρίλης Παντζής. Μιά εκτέλεση με νοσταλγία, συστολή και αθωότητα. Στα credits γράφω παραδοσιακό.  

Τα δώρα συνεχίζονται και στην συλλογή του Βασίλη Κυριακόπουλου, φίλου συλλέκτη απ’ τον Κορυδαλλό βρίσκω το «Χρόνια μακριά σου λιώνω» και το «Είμαι τσιγάρο λαϊκό». Τραγούδι που έχει ξεχάσει κι ο Καλδάρας, ο δημιουργός του.  

18 Ιανουαρίου 1984 πεθαίνει ο Βασίλης Τσιτσάνης και ήμαστε ακόμα στο στούντιο. Γράφουμε με την Κομπανία, στη μνήμη του το «Με πήρε το ξημέρωμα στους δρόμους».  

Παίζεται στην ΕΡΤ ένα αφιέρωμα και εκεί η Ελευθερία τραγουδάει το «Ναργιλέ μου γιατί σβήνεις». Σπάνε τα τηλέφωνα στην εταιρεία που θα το βρουν. Είναι το τελευταίο τραγούδι που προστίθεται. Τον Σεπτέμβρη του 1987 κυκλοφορεί ο πρώτος δίσκος που υπογράφω επώνυμα. «Ελευθερία Αρβανιτάκη 12 λαϊκά τραγούδια». 

 Οι Κούπες αγαπήθηκαν και έγιναν πολλές επανεκτελέσεις άλλες νοσταλγικές, άλλες επιθετικές, άλλες αδιάφορες. Εγώ όταν ακούω τις Κούπες θυμάμαι τη μοναδική εκείνη βραδιά και την ανεπανάλληπτη ερμηνεία του Νίκου με τον ιδιαίτερο λυγμό και το παχουλό το λάμδα ,που του ξέφευγε όταν συγκινιόταν.  

 

* Στο τέλος της συναυλίας μια δεσποινίς προσφέρει μια τρίποδη καλαθοπλεκτή «γαμήλια» ανθοδέσμη στον Σαββόπουλο. Αυτός χαιρετάει το πλήθος που τον αποθεώνει και δεν την βλέπει. Όταν συνειδητοποιεί την κακογουστιά, αυθόρμητα λέειΤι δουλειά έχει αυτή η σαλάτα!!! και οι πάντες παγώνουν. Πόσο μάλλον η κοπέλα που ανέλαβε την αγγαρεία.